εσχαρώδης

-ες (Α ἐσχαρώδης, -ες) [εσχάρα]
αυτός που μοιάζει με εσχάρα (κακάδι) έλκους, πληγής
νεοελλ.
αυτός που σχηματίζει εσχάρα (σε έλκος ή πληγή).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐσχαρώδης — scab like masc/fem acc pl (attic epic doric) ἐσχαρώδης scab like masc/fem nom/voc pl (doric aeolic) ἐσχαρώδης scab like masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐσχαρώδη — ἐσχαρώδης scab like neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) ἐσχαρώδης scab like masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) ἐσχαρώδης scab like masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐσχαρῶδες — ἐσχαρώδης scab like masc/fem voc sg ἐσχαρώδης scab like neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐσχαρωδῶν — ἐσχαρώδης scab like masc/fem/neut gen pl (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.